Παθήσεις
- Αρχική
- Παθήσεις
Παθήσεις του
Αναπνευστικού Συστήματος
Αντιμετωπίζουμε συχνές και χρόνιες παθήσεις του αναπνευστικού, με έμφαση στην έγκαιρη διάγνωση, τη σωστή παρακολούθηση και την εξατομικευμένη θεραπευτική καθοδήγηση.
Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ)
Χρόνια Βρογχίτιδα
Βρογχικό Άσθμα
Πνευμονία
Καρκίνος Πνεύμονα
Υπνοαπνοικό Σύνδρομο
Κοινό Κρυολόγημα και Γρίπη
Χρόνιος Βήχας
Φυματίωση
COVID-19
-
Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια
Η Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια, γνωστή ως ΧΑΠ, είναι μία χρόνια νόσος των πνευμόνων που προκαλεί προοδευτική δυσκολία στην αναπνοή. Συνδέεται κυρίως με το κάπνισμα, αλλά μπορεί να σχετίζεται και με μακροχρόνια έκθεση σε ερεθιστικές ουσίες, καπνό βιομάζας ή επαγγελματικούς ρύπους, και σπανιότερα με γενετικούς παράγοντες όπως η ανεπάρκεια α1-αντιθρυψίνης. Συχνά συμπτώματα είναι ο επίμονος βήχας, τα πτύελα, η δύσπνοια στην προσπάθεια και ο συριγμός. Επειδή τα συμπτώματα εξελίσσονται σταδιακά, πολλοί ασθενείς καθυστερούν να ζητήσουν βοήθεια. Η σπιρομέτρηση είναι η βασική εξέταση για τη διάγνωση και την εκτίμηση της βαρύτητας της νόσου. Η έγκαιρη διάγνωση, η διακοπή καπνίσματος, η σωστή εισπνεόμενη αγωγή, οι εμβολιασμοί και η τακτική ιατρική παρακολούθηση μπορούν να βελτιώσουν ουσιαστικά την καθημερινότητα και να μειώσουν τις παροξύνσεις της νόσου. Σε επιλεγμένες περιπτώσεις μπορεί να χρειαστούν επιπλέον θεραπείες, όπως οξυγονοθεραπεία ή περαιτέρω εξειδικευμένη παρακολούθηση.
-
Χρόνια Βρογχίτιδα
Η χρόνια βρογχίτιδα χαρακτηρίζεται από φλεγμονή και μεγάλη παραγωγή βλέννας μέσα στους βρόγχους με στένωση των βρόγχων, βήχα, και φλέγματα. Είναι η πάθηση κατά την οποία ο ασθενής , καπνιστής συνήθως, έχει παραγωγικό βήχα, δηλαδή βήχα με πτύελα, για τις περισσότερες μέρες τριών συνεχόμενων μηνών και για δύο συνεχόμενα χρόνια. Πρέπει, βέβαια, να αποκλειστούν άλλες αιτίες παραγωγικού βήχα, όπως είναι ο καρκίνος των πνευμόνων, οι βρογχεκτασίες, η φυματίωση, οι συχνές λοιμώξεις του αναπνευστικού.
-
Βρογχικό Άσθμα
Το βρογχικό άσθμα είναι μία χρόνια φλεγμονώδης πάθηση των αεραγωγών που μπορεί να προκαλεί επεισόδια δύσπνοιας, βήχα, συριγμού και αίσθημα βάρους στο στήθος. Τα συμπτώματα συχνά μεταβάλλονται μέσα στον χρόνο και μπορεί να επιδεινώνονται τη νύχτα, νωρίς το πρωί ή μετά από έκθεση σε ερεθιστικούς παράγοντες. Το άσθμα μπορεί να πυροδοτείται από αλλεργιογόνα, λοιμώξεις του αναπνευστικού, άσκηση, κρύο αέρα, καπνό ή άλλους περιβαλλοντικούς παράγοντες. Η διάγνωση βασίζεται στο ιστορικό, τα συμπτώματα και στην τεκμηρίωση της μεταβλητής απόφραξης των αεραγωγών με εξετάσεις όπως η σπιρομέτρηση. Με σωστή θεραπεία και τακτική παρακολούθηση, οι περισσότεροι ασθενείς μπορούν να έχουν πολύ καλό έλεγχο της νόσου και φυσιολογική καθημερινότητα. Σημαντικό ρόλο παίζουν η σωστή τεχνική των εισπνοών, η αποφυγή εκλυτικών παραγόντων και η έγκαιρη επανεκτίμηση όταν τα συμπτώματα δεν ελέγχονται.
-
Πνευμονία
Η πνευμονία είναι λοίμωξη του πνευμονικού ιστού και μπορεί να οφείλεται σε βακτήρια, ιούς ή, σπανιότερα, άλλους μικροοργανισμούς. Τα συνήθη συμπτώματα περιλαμβάνουν πυρετό, βήχα, δύσπνοια, πόνο στο στήθος και αίσθημα καταβολής. Σε μεγαλύτερες ηλικίες ή σε ασθενείς με συνοδά προβλήματα υγείας, η εικόνα μπορεί να είναι πιο σοβαρή και να απαιτεί άμεση ιατρική εκτίμηση. Η διάγνωση βασίζεται στην κλινική εκτίμηση και συμπληρώνεται, όταν χρειάζεται, με ακτινογραφία θώρακος, οξυμετρία, αιματολογικό έλεγχο και άλλες εξετάσεις. Η θεραπεία εξαρτάται από την αιτία, τη βαρύτητα και τη γενική κατάσταση του ασθενούς και μπορεί να περιλαμβάνει κατ’ οίκον αγωγή ή νοσοκομειακή αντιμετώπιση. Η έγκαιρη αξιολόγηση είναι ιδιαίτερα σημαντική όταν υπάρχουν υψηλός πυρετός, επιδείνωση της δύσπνοιας, σύγχυση, έντονη αδυναμία ή υποκείμενο καρδιολογικό ή πνευμονολογικό νόσημα.
-
Καρκίνος Πνεύμονα
Ο καρκίνος του πνεύμονα είναι μία σοβαρή νόσος που σχετίζεται κυρίως με το κάπνισμα, χωρίς όμως να αποκλείεται και σε μη καπνιστές. Η έγκαιρη αναγνώριση ύποπτων συμπτωμάτων και η σωστή διαγνωστική διερεύνηση έχουν καθοριστική σημασία. Συμπτώματα που χρειάζονται αξιολόγηση είναι ο επίμονος βήχας ή η αλλαγή του χρόνιου βήχα, η αιμόπτυση, η δύσπνοια, ο πόνος στο στήθος, η ανεξήγητη απώλεια βάρους, η βραχνάδα και οι επαναλαμβανόμενες λοιμώξεις του αναπνευστικού. Κανένα σύμπτωμα από μόνο του δεν είναι ειδικό, γι’ αυτό και η έγκαιρη εκτίμηση έχει ιδιαίτερη σημασία. Η διερεύνηση μπορεί να περιλαμβάνει απεικονιστικό έλεγχο και λήψη ιστολογικού υλικού, ώστε να τεθεί ακριβής διάγνωση και να σχεδιαστεί η κατάλληλη θεραπευτική προσέγγιση. Η θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει χειρουργείο, ακτινοθεραπεία, χημειοθεραπεία, ανοσοθεραπεία, στοχευμένες θεραπείες ή συνδυασμό αυτών, ανάλογα με το στάδιο και τα χαρακτηριστικά του όγκου. Η πρόληψη και η διακοπή καπνίσματος παραμένουν θεμελιώδεις παράγοντες προστασίας. Για άτομα υψηλού κινδύνου, οι επίσημες οδηγίες αναγνωρίζουν τη χαμηλής δόσης αξονική τομογραφία θώρακος ως τη συνιστώμενη εξέταση προσυμπτωματικού ελέγχου, μετά από ιατρική αξιολόγηση της καταλληλότητας για screening.
-
Υπνοαπνοικό Σύνδρομο
Το υπνοαπνοϊκό σύνδρομο είναι διαταραχή του ύπνου κατά την οποία εμφανίζονται επαναλαμβανόμενες παύσεις ή σημαντική μείωση της αναπνοής στη διάρκεια της νύχτας. Η συχνότερη μορφή είναι η αποφρακτική υπνική άπνοια, όπου οι ανώτεροι αεραγωγοί αποφράσσονται μερικώς ή πλήρως κατά τη διάρκεια του ύπνου. Συχνά σχετίζεται με έντονο ροχαλητό, μη ξεκούραστο ύπνο, πρωινή κόπωση, υπνηλία μέσα στην ημέρα, πονοκέφαλο ή δυσκολία συγκέντρωσης. Η έγκαιρη αναγνώριση είναι σημαντική, γιατί η διαταραχή μπορεί να επηρεάζει την ποιότητα ζωής και να συνδέεται με άλλους παράγοντες υγείας. Η αξιολόγηση γίνεται με λήψη ιστορικού, κλινική εκτίμηση και σε επιλεγμένες περιπτώσεις ο ασθενής υποβάλλεται σε πολυσωματοκαταγραφική μελέτη ύπνου, η οποία γίνεται στο νοσοκομείο, όπου ο τεχνικός του εργαστηρίου εφαρμόζει σε διάφορα σημεία του σώματος, αισθητήρες που καταγράφουν τα κύματα του εγκεφάλου, τη μυική δραστηριότητα, τη καρδιακή συχνότητα, την αναπνοή, την οξυγόνωση του αίματος και άλλες λειτουργίες. Η αντιμετώπιση εξαρτάται από τη βαρύτητα και το είδος του προβλήματος και μπορεί να περιλαμβάνει απώλεια βάρους, αλλαγές τρόπου ζωής, συσκευές θετικής πίεσης αεραγωγών ή άλλες εξατομικευμένες παρεμβάσεις.
-
Κοινό Κρυολόγημα και Γρίπη
Το κοινό κρυολόγημα και η γρίπη είναι ιογενείς λοιμώξεις του αναπνευστικού, αλλά δεν είναι το ίδιο. Το κοινό κρυολόγημα συνήθως προκαλεί πιο ήπια συμπτώματα, όπως καταρροή, ρινική συμφόρηση, πονόλαιμο και βήχα. Η γρίπη έχει συχνότερα πιο απότομη έναρξη, με υψηλό πυρετό, μυαλγίες, έντονη καταβολή, κεφαλαλγία και βήχα. Ο χρόνος επώασης της γρίπης είναι 1-3 ημέρες και ο πάσχων μεταδίδει τη νόσο 1 ημέρα πριν και 3-7 ημέρες μετά την εμφάνιση των συμπτωμάτων. Οι περισσότεροι ασθενείς αναρρώνουν με ξεκούραση, καλή ενυδάτωση και συμπτωματική αντιμετώπιση. Ωστόσο, σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, εγκύους, χρονίως πάσχοντες ή ασθενείς με έντονα συμπτώματα, μπορεί να χρειάζεται ιατρική αξιολόγηση και ειδική φαρμακευτική αγωγή. Ο ετήσιος αντιγριπικός εμβολιασμός παραμένει βασικό μέτρο πρόληψης για τις ομάδες που συστήνεται, ενώ η υγιεινή των χεριών, ο αερισμός των χώρων και η αποφυγή στενής επαφής όταν υπάρχουν συμπτώματα συμβάλλουν στη μείωση της μετάδοσης.
-
Χρόνιος Βήχας
Χρόνιος θεωρείται ο βήχας που επιμένει για περισσότερο από οκτώ εβδομάδες. Πρόκειται για σύμπτωμα και όχι για νόσο από μόνο του, γι’ αυτό χρειάζεται σωστή διερεύνηση ώστε να εντοπιστεί η πραγματική αιτία. Ο χρόνιος βήχας μπορεί να σχετίζεται με άσθμα, γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, οπισθορινική καταρροή, ΧΑΠ, λοιμώξεις, φαρμακευτική αγωγή ή άλλες παθήσεις του αναπνευστικού. Όταν συνοδεύεται από δύσπνοια, αιμόπτυση, πόνο στο στήθος, απώλεια βάρους ή παρατεταμένο πυρετό, απαιτείται άμεση ιατρική αξιολόγηση. Η σωστή διάγνωση βασίζεται στο ιστορικό, στην κλινική εξέταση και, όταν χρειάζεται, σε λειτουργικό και απεικονιστικό έλεγχο. Η θεραπεία στοχεύει πάντα στην υποκείμενη αιτία.
-
Φυματίωση
Η φυματίωση είναι λοιμώδες νόσημα που προκαλείται από το μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης και προσβάλλει συχνότερα τους πνεύμονες, αν και μπορεί να επηρεάσει και άλλα όργανα. Μεταδίδεται μέσω του αέρα από άτομα με ενεργό πνευμονική νόσο, συνήθως όταν βήχουν, φτερνίζονται ή μιλούν σε κλειστούς χώρους με παρατεταμένη επαφή. Αντίθετα, η λανθάνουσα φυματιώδης λοίμωξη δεν δίνει συμπτώματα και δεν μεταδίδεται, αλλά σε ορισμένα άτομα μπορεί αργότερα να εξελιχθεί σε ενεργό νόσο. Τα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν επίμονο βήχα, πυρετό, νυχτερινές εφιδρώσεις, απώλεια βάρους, κόπωση, πόνο στο στήθος ή αιμόπτυση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ιδιαίτερα στην αρχή, η νόσος μπορεί να μην εμφανίζει πολύ χαρακτηριστικά σημεία, γι’ αυτό και το ιστορικό έκθεσης έχει μεγάλη σημασία. Ο διαγνωστικός έλεγχος μπορεί να περιλαμβάνει δοκιμασία Mantoux ή αιματολογικό έλεγχο για λοίμωξη, ακτινογραφία θώρακος και εξετάσεις πτυέλων ή άλλων βιολογικών υλικών όταν υπάρχει υποψία ενεργού νόσου. Ένα θετικό τεστ λοίμωξης δεν σημαίνει απαραίτητα ενεργό φυματίωση, αλλά χρειάζεται σωστή ιατρική αξιολόγηση. Η φυματίωση θεραπεύεται, όμως η αγωγή πρέπει να λαμβάνεται σωστά και για το απαιτούμενο χρονικό διάστημα. Η έγκαιρη διάγνωση και η υπεύθυνη παρακολούθηση συμβάλλουν τόσο στην προστασία του ασθενούς όσο και στη μείωση της μετάδοσης.
-
COVID-19
Η COVID-19 είναι λοίμωξη του αναπνευστικού που προκαλείται από τον ιό SARS-CoV-2. Σήμερα οι περισσότεροι άνθρωποι εμφανίζουν ήπια έως μέτρια νόσηση και αναρρώνουν χωρίς νοσηλεία, όμως ορισμένες ομάδες εξακολουθούν να έχουν αυξημένο κίνδυνο για σοβαρή νόσο, όπως οι μεγαλύτερες ηλικίες, τα άτομα με χρόνια καρδιοαναπνευστικά νοσήματα, οι ανοσοκατεσταλμένοι και όσοι έχουν πολλαπλούς επιβαρυντικούς παράγοντες. Τα συχνότερα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν πυρετό, βήχα, πονόλαιμο, καταρροή, κόπωση, μυαλγίες, κεφαλαλγία και σε ορισμένες περιπτώσεις απώλεια γεύσης ή όσφρησης. Η ιατρική εκτίμηση είναι σημαντική όταν υπάρχει δύσπνοια, παρατεταμένος πυρετός, επιδείνωση της γενικής κατάστασης ή υποκείμενο πνευμονολογικό ή καρδιολογικό νόσημα. Η πρόληψη βασίζεται στην καλή υγιεινή των χεριών, στον αερισμό των εσωτερικών χώρων, αποφυγή επαφής με ευάλωτα άτομα όταν υπάρχουν συμπτώματα, στη χρήση μάσκας όταν αυτό κρίνεται απαραίτητο και στην τήρηση των επικαιροποιημένων οδηγιών για εμβολιασμό των ομάδων που ωφελούνται περισσότερο. Η ανάγκη για ειδική θεραπεία ή περαιτέρω έλεγχο εξαρτάται από την ηλικία, τους παράγοντες κινδύνου και τη βαρύτητα των συμπτωμάτων.
